σαοφροσύνη

ἡ, Α
(ποιητ. τ.) βλ. σωφροσύνη.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σαοφροσύνη — fem nom/voc sg (attic epic ionic) σωφροσύνη soundness of mind fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σαοφροσύνῃ — σαοφροσύνη fem dat sg (attic epic ionic) σωφροσύνη soundness of mind fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σαοφροσύνην — σαοφροσύνη fem acc sg (attic epic ionic) σωφροσύνη soundness of mind fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σαοφροσύνης — σαοφροσύνη fem gen sg (attic epic ionic) σωφροσύνη soundness of mind fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σαοφροσύνῃσι — σαοφροσύνη fem dat pl (epic ionic) σωφροσύνη soundness of mind fem dat pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σαοφροσύνῃσιν — σαοφροσύνη fem dat pl (epic ionic) σωφροσύνη soundness of mind fem dat pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σαοφροσύνα — σαοφροσύνᾱ , σαοφροσύνη fem nom/voc/acc dual σαοφροσύνᾱ , σαοφροσύνη fem nom/voc sg (doric aeolic) σαοφροσύνᾱ , σωφροσύνη soundness of mind fem nom/voc/acc dual (epic) σαοφροσύνᾱ , σωφροσύνη soundness of mind fem nom/voc sg (epic doric… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σαοφροσύνας — σαοφροσύνᾱς , σαοφροσύνη fem acc pl σαοφροσύνᾱς , σαοφροσύνη fem gen sg (doric aeolic) σαοφροσύνᾱς , σωφροσύνη soundness of mind fem acc pl (epic) σαοφροσύνᾱς , σωφροσύνη soundness of mind fem gen sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σταθερός — ή, ό / σταθερός, ά, όν, ΝΜΑ, θηλ. και ά, Ν, και σταθηρός, ά, όν και ιων. τ. θηλ. ή, Α 1. αυτός που στέκεται στερεά, ευσταθής, αμετακίνητος (α. «σταθερό έδαφος» β. «σταθερό κτήριο» γ. «σταθερά γαῑα», Οππ.) 2. (κυριολ. και μτφ.) αμετάβλητος (α.… …   Dictionary of Greek

  • σωφροσύνη — η, ΝΜΑ, και ποιητ. τ. σαοφροσύνη και δωρ. τ. σωφροσύνα Α [σώφρων, ονος] το να είναι κανείς σώφρων, συνετός, η σύνεση, η φρονιμάδα (α. «τόν σέβονταν για τη μόρφωση και τη σωφροσύνη του» β. «ἀληθείας καὶ σωφροσύνης ῥήματα», ΚΔ γ. «αἰδὼς σωφροσύνης… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.